Menu
karagilanis logo welc

2.9 Πιστώσεις υπό κατανομή



Τίτλος Κωδικού Εσόδων Πιστώσεις υπό κατανομή
Κωδικός 2.9
Ανάλυση - Περιεχόμενο Κωδικού Αφορά πιστώσεις που κατανέμονται σε άλλους λογαριασμούς.

2. Γενικές αρχές που διέπουν τις δαπάνες

2.1 Αναγνώριση δαπανών

1. Οι δαπάνες που προκύπτουν από συναλλαγές ανταλλαγής αναγνωρίζονται όταν:

(α) το όφελος που ενσωματώνεται σε αυτές εισρέει στην οντότητα και,

(β) το κόστος κτήσης τους μπορεί να προσδιοριστεί αξιόπιστα.

2. Οι δαπάνες που προκύπτουν από συναλλαγές (πράξεις) που δεν αφορούν ανταλλαγή αναγνωρίζονται όταν:

(α) η οντότητα δεσμεύεται για την παροχή τους,

(β) η αξία τους μπορεί να προσδιοριστεί αξιόπιστα.

2.2 Αξία αναγνώρισης δαπανών

1. Οι δαπάνες που προέρχονται από συναλλαγές ανταλλαγής, επιμετρώνται στην εύλογη αξία του δοθέντος ή πληρωτέου ανταλλάγματος.

2. Οι δαπάνες που προέρχονται από συναλλαγές (πράξεις) που δεν αφορούν ανταλλαγή, επιμετρούνται στην εύλογη αξία της αναγνωριζόμενης υποχρέωσης.

2.3 Ενημέρωση λογαριασμών

1. Οι δαπάνες και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις καταχωρούνται στους σχετικούς λογαριασμούς με βάση το χρόνο έκδοσης ή λήψης των λογιστικών στοιχείων (παραστατικών), που κατά τεκμήριο δηλώνουν την πραγματοποίησή τους, το κόστος τους, την αποδοχή τους από την οντότητα και την ανάληψη των προκυπτόντων από αυτά δεσμεύσεων.

2. Κατά την καταχώριση των δαπανών ενημερώνεται λογαριασμός ή λογαριασμοί δαπανών και λογαριασμός ή λογαριασμοί υποχρεώσεων ή και προβλέψεων, του σχεδίου λογαριασμών.

3. Οι δαπάνες και οι υποχρεώσεις που εκφράζονται σε ξένο νόμισμα, κατά την αρχική αναγνώρισή τους μετατρέπονται στο λειτουργικό νόμισμα των χρηματοοικονομικών αναφορών, με την ισοτιμία των νομισμάτων της ημερομηνίας της συναλλαγής.

4. Η ενημέρωση των λογαριασμών ολοκληρώνεται με τις προσαρμογές της παραγράφου 2.5. Η εν λόγω διαδικασία διενεργείται το αργότερο μέχρι την ημερομηνία έγκρισης των χρηματοοικονομικών αναφορών.

2.4 Aναγνώριση των δαπανών ως εξόδων

1. Ως έξοδα αναγνωρίζονται οι δαπάνες που αφορούν εκροή οικονομικού οφέλους ή δυνατότητας παροχής υπηρεσίας που καταλήγει σε μείωση των καθαρών περιουσιακών στοιχείων/καθαρής θέσης. Συνεπώς, οι αναγνωρισμένες δαπάνες αναγνωρίζονται ως έξοδα στην κατάσταση αποτελεσμάτων της περιόδου που αναλήφθηκαν, εκτός αν η αξία τους αφορά περιουσιακά στοιχεία, όπως αποθέματα και πάγια που αναγνωρίζονται ως τέτοια στον ισολογισμό.

2. Για την αναγνώριση των δαπανών ως εξόδων στην κατάσταση αποτελεσμάτων και με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους ως περιουσιακά στοιχεία, έχουν εφαρμογή τα εξής:

(α) Οι παροχές σε εργαζομένους περιλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών, αναγνωρίζονται ως έξοδα στην περίοδο εντός της οποίας παρέχεται η εργασία. Παροχές που αφορούν επιδόματα ή άλλες έκτακτες πληρωμές που δίδονται κατά περίπτωση, αναγνωρίζονται ως έξοδα όταν προκύπτει δέσμευση προς πληρωμή.

(β) Οι κοινωνικές παροχές αναγνωρίζονται ως έξοδα όταν προκύπτει δέσμευση προς πληρωμή. Εάν το δικαίωμα λήψης των εν λόγω παροχών από τους δικαιούχους, θεμελιώνεται με βάση την πάροδο του χρόνου, π.χ. σε μηνιαία βάση, η αναγνώριση των κοινωνικών παροχών ως έξοδα γίνεται με το κριτήριο αυτό.

(γ) Οι μεταβιβάσεις, οι επιχορηγήσεις και οι επιδοτήσεις, αναγνωρίζονται ως έξοδα όταν προκύπτει δέσμευση για την παροχή τους και η λήπτρια οντότητα έχει συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους που διέπουν τη λήψη τους.

(δ) Οι αγορές αγαθών αναγνωρίζονται ως δαπάνες όταν τα αγαθά γίνονται αποδεκτά από την οντότητα και αναλαμβάνονται από αυτή οι ουσιαστικοί κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με την κυριότητά τους. Η αξία των αγορών περιλαμβάνει το κόστος αγοράς μειωμένο με τυχόν εκπτώσεις, επιστροφές ή άλλες μειώσεις, και προσαυξάνεται με το ποσό των τυχόν μη ανακτώμενων φόρων που επιβαρύνουν την αξία τους. Τουλάχιστον σε κάθε ημερομηνία αναφοράς χρηματοοικονομικών αναφορών, γίνεται απογραφή και αποτίμηση των μη αναλωθέντων αγαθών, και το σχετικό κόστος κτήσης εμφανίζεται στο κονδύλι του ισολογισμού «Αποθέματα». Αξία αγαθών που αναλώνεται κατά τη διάρκεια της περιόδου για ιδιοκατασκευή προϊόντων και παγίων στοιχείων περιλαμβάνεται στο κόστος κτήσης αυτών. Η αξία των δαπανών που απομένει μετά την αφαίρεση της αξίας των αποθεμάτων του ισολογισμού και της αξίας που αναλώθηκε για ιδιοκατασκευή προϊόντων και παγίων στοιχείων, που επίσης αναγνωρίζονται ως περιουσιακά στοιχεία στον ισολογισμό, αναγνωρίζεται ως έξοδο στην κατάσταση αποτελεσμάτων της περιόδου.

(ε) Οι αγορές υπηρεσιών αναγνωρίζονται ως δαπάνες όταν οι υπηρεσίες γίνονται αποδεκτές από την οντότητα και αναλαμβάνονται από αυτή οι ουσιαστικοί κίνδυνοι και τα οφέλη που συνδέονται με τη λήψη τους. Δεδομένου ότι συνήθως η παροχή υπηρεσιών αφορά την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας σε συγκεκριμένο χρόνο, οι αγορές υπηρεσιών αναγνωρίζονται ως δαπάνη, με βάση το στάδιο ολοκλήρωσης της υπηρεσίας. Η αξία των αγορών υπηρεσιών περιλαμβάνει το κόστος αγοράς μειωμένο με τυχόν εκπτώσεις επιστροφές ή άλλες μειώσεις και προσαυξάνεται με το ποσό των τυχόν μη ανακτώμενων φόρων που επιβαρύνουν την αξία τους. Η αξία υπηρεσιών που αναλώνεται για ιδιοκατασκευή προϊόντων και παγίων στοιχείων περιλαμβάνεται στο κόστος κτήσης αυτών. Η αξία των δαπανών που απομένει μετά την αφαίρεση της αξίας που αναλώθηκε για ιδιοκατασκευή προϊόντων και παγίων στοιχείων, που επίσης αναγνωρίζονται ως περιουσιακά στοιχεία στον ισολογισμό, αναγνωρίζεται ως έξοδο στην κατάσταση αποτελεσμάτων της περιόδου.

(στ) Οι προμήθειες αναγνωρίζονται ως έξοδα βάσει των σχετικών συμβατικών όρων.

(ζ) Τα μισθώματα και ενοίκια αναγνωρίζονται ως έξοδα βάσει των σχετικών συμβατικών όρων, με τη χρήση της σταθερής μεθόδου σε ολόκληρη τη διάρκεια της μίσθωσης, εκτός εάν άλλη συστηματική μέθοδος είναι πιο αντιπροσωπευτική της ανάλωσης του μελλοντικού οικονομικού οφέλους ή της δυνατότητας παροχής υπηρεσιών.

(η) Οι τόκοι αναγνωρίζονται ως έξοδα βάσει χρονικής αναλογίας με τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου ή τη σταθερή μέθοδο, αν η σταθερή μέθοδος δεν έχει σημαντική επίπτωση στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.

(θ) Οι φόροι αναγνωρίζονται ως έξοδα κατά τον χρόνο που προκύπτει υποχρέωση καταβολής τους. Φόροι που βεβαιώνονται μέχρι την ημερομηνία έγκρισης των χρηματοοικονομικών αναφορών και αφορούν περιόδους μέχρι την ημερομηνία αναφοράς αυτών (κλειόμενη περίοδος), αναγνωρίζονται στην κλειόμενη περίοδο.

(ι) Τα διανεμόμενα κέρδη εταιρειών και επιχειρήσεων αναγνωρίζονται ως δαπάνη κατά το χρόνο που η διανομή εγκρίνεται από το αρμόδιο όργανο της οντότητας. Για λογιστικούς σκοπούς, το εν λόγω ποσό, αναγνωρίζεται, στον ίδιο χρόνο, σε μείωση της καθαρής θέσης της οντότητας που πραγματοποιεί τη διανομή και όχι ως έξοδο στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

(κ) Τα πρόστιμα αναγνωρίζονται ως έξοδα κατά το χρόνο που προκύπτει υποχρέωση καταβολής τους.

2.5 Λογιστικές Προσαρμογές Όταν συντρέχει περίπτωση, σε κάθε ημερομηνία αναφοράς των χρηματοοικονομικών αναφορών τουλάχιστον, διενεργούνται οι εξής προσαρμογές:

1. Οι λογαριασμοί των δαπανών προσαρμόζονται, με ισόποση προσαρμογή των αντίστοιχων υποχρεώσεων, λογαριασμοί 2...90/5.8..90. Με τον τρόπο αυτό οι λογαριασμοί των δαπανών απεικονίζουν τα δουλευμένα ποσά δαπανών/υποχρεώσεων, που έχουν προκύψει μέχρι την ημερομηνία αναφοράς των χρηματοοικονομικών καταστάσεων. Η προηγούμενη προσαρμογή αφορά κυρίως δαπάνες (αγαθά και υπηρεσίες) που έχουν παραδοθεί στην οντότητα και έχουν γίνει αποδεκτές από αυτή, αλλά για διάφορους λόγους (π.χ. μη λήψη των προβλεπόμενων παραστατικών), δεν έχουν καταχωρηθεί στους σχετικούς λογαριασμούς.

2. Οι λογαριασμοί των δαπανών μπορούν να προσαρμόζονται με την αξία προβλέψεων που αφορούν μελλοντική πληρωμή υποχρεώσεων. Η εν λόγω διαδικασία παρακολουθείται μέσω των λογαριασμών 2…97/6.2. Σε κάθε ημερομηνία αναφοράς των χρηματοοικονομικών αναφορών γίνεται προσαρμογή του υπολοίπου των προβλέψεων (Λογαριασμός 6.2), ώστε τα σωρευμένα ποσά τους να εμφανίζουν τα απαιτούμενα δουλευμένα ποσά.

3. Η αξία της δαπάνης αγοράς αποθεμάτων που κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς παραμένει ως απόθεμα (δεν έχει αναλωθεί), μεταφέρεται μέσω των λογαριασμών 2…91 στους αντίστοιχους λογαριασμούς των αποθεμάτων (ομάδα λογαριασμών 3). Για το σκοπό αυτό ισχύει η ισότητα: η αξία αποθεμάτων έναρξης περιόδου πλέον/μείον την προσαρμογή της αξίας τους, μέσω του λογαριασμού 2…91, ισούται με την αξία των αποθεμάτων τέλους περιόδου.

4. Η αξία των δαπανών που κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς αναλώθηκε για ιδιοπαραγωγή παγίων στοιχείων (ενσωμάτων και άυλων), μεταφέρεται στους κατά περίπτωση λογαριασμούς 3.1.7 «Πάγια υπό κατασκευή» με πίστωση του λογαριασμού 1.4.8 «Ιδιοπαραγωγή παγίων» έσοδο

Γ. Ενσώματα πάγια άυλα πάγια και αποθέματα

1. Ορισμοί ενσωμάτων παγίων, αύλων παγίων και αποθεμάτων
επιστροφή στην κορυφή